αδιάλειπτος

-η, -ο (Α ἀδιάλειπτος, -ον) [διαλείπω]
αδιάκοπος, ακατάπαυστος, συνεχής.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αδιάλειπτος — η, ο непрестанный: η αδιάλειπτη προσευχή непрестанная молитва, (1 Θες. 5, 17) αδιαλείπτως προσεύχεσθε (1 Фес. 5, 17) непрестанно молитесь; η αδιάλειπτη ακολουθία непрерывная служба – двадцатичетырехчасовое богослужение осуществляемое в некоторых …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἀδιάλειπτος — unintermitting masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αδιάλειπτος — [адиалиптос] εκ. постоянный, бесперерывный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αδιάλειπτος — η, ο αδιάκοπος, συνεχής: Τα επιτεύγματά του είναι αποτέλεσμα αδιάλειπτης προσπάθειας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀδιαλείπτως — ἀδιάλειπτος unintermitting adverbial ἀδιάλειπτος unintermitting masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιάλειπτον — ἀδιάλειπτος unintermitting masc/fem acc sg ἀδιάλειπτος unintermitting neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιαλείπτοις — ἀδιάλειπτος unintermitting masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιαλείπτου — ἀδιάλειπτος unintermitting masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιαλείπτους — ἀδιάλειπτος unintermitting masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιαλείπτων — ἀδιάλειπτος unintermitting masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.